Μάλλον έχουμε την καλύτερη Spider-Man ταινία του MCU μέχρι σήμερα. Ναι, το είπαμε από την πρώτη πρόταση για να ξεμπερδεύουμε. Και το παράδοξο είναι ότι το Spider-Man: Brand New Day δεν κερδίζει αυτόν τον τίτλο επειδή έχει τις μεγαλύτερες μάχες, τον εντυπωσιακότερο villain ή επειδή αποφασίζει να αδειάσει μπροστά μας ολόκληρη την αποθήκη με τα easter eggs της Marvel. Τον κερδίζει επειδή κάνει κάτι πολύ πιο απλό και, τελικά, πολύ πιο δύσκολο: Θυμάται ότι πριν από τον Spider-Man υπήρχε ο Peter Parker.
Όταν οι Stan Lee και Steve Ditko δημιούργησαν τον Spider-Man το 1962, ένα από τα στοιχεία που έκαναν τον χαρακτήρα τόσο διαφορετικό ήταν ακριβώς ο άνθρωπος πίσω από τη μάσκα. Ο Peter Parker δεν ήταν δισεκατομμυριούχος, θεός ή εξωγήινος. Ήταν ένας έφηβος που έπρεπε να μεγαλώσει, να κάνει λάθη, να ερωτευτεί, να απογοητευτεί, να αντιμετωπίσει οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα και, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, να σώσει και τη Νέα Υόρκη. Γι' αυτό και στον πυρήνα του ο Spider-Man είχε πάντα κάτι από coming-of-age story. Οι υπερδυνάμεις μπορεί να έκαναν τις ιστορίες του συναρπαστικές, αλλά οι συνέπειές τους ήταν αυτές που τις έκαναν ενδιαφέρουσες.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πράγμα που πετυχαίνει το Spider-Man: Brand New Day. Φυσικά υπάρχει το superhero spectacle. Υπάρχουν μάχες, χιούμορ, villains και όλα όσα περιμένεις όταν αγοράζεις εισιτήριο για Spider-Man. Μόνο που αυτή τη φορά το αναμενόμενο πακέτο δεν είναι το point.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται περισσότερο στο τι σημαίνει για τον Peter να είναι Spider-Man. Στις σχέσεις που επηρεάζονται, στις αποφάσεις που πρέπει να πάρει και κυρίως στο βάρος που κουβαλάει πλέον ένας χαρακτήρας που έχουμε παρακολουθήσει να μεγαλώνει μπροστά μας. Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη διαφορά με αρκετές σύγχρονες superhero movies: τα stakes δεν χρειάζεται κάθε φορά να γίνονται μεγαλύτερα για να αποκτήσουν σημασία. Δεν χρειάζεται να καταρρεύσει το multiverse. Μερικές φορές αρκεί να κινδυνεύει κάτι που έχει πραγματική σημασία για τον ήρωά σου και τα προσωπικά stakes σχεδόν πάντα «χτυπούν» δυνατότερα.

Όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο Tom Holland ως Spider-Man στο Captain America: Civil War, ο Peter του ήταν ένα παιδί που είχε ξαφνικά βρεθεί να παίζει στην πρώτη κατηγορία των superheroes. Είχε ενθουσιασμό, αφέλεια και αρκετή ενέργεια «Mr. Stark, Mr. Stark!». Εδώ βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Ο Holland δεν παίζει πλέον ένα παιδί που προσπαθεί να καταλάβει πώς είναι να είσαι superhero. Παίζει έναν άνθρωπο που αρχίζει να καταλαβαίνει τι του έχει κοστίσει το να είναι ένας superhero.
Υπάρχει μια ωριμότητα στην ερμηνεία του που λειτουργεί επειδή δεν αφορά μόνο στον χαρακτήρα. Έχουμε δει και τον ίδιο τον Holland να μεγαλώνει μέσα στον ρόλο. Η μετάβαση επομένως μοιάζει οργανική, σχεδόν σαν η κινηματογραφική ενηλικίωση Peter και ηθοποιού να έχουν συμβεί παράλληλα. Το «Mr. Stark era» έχει τελειώσει. And that's a good thing.
Το Brand New Day πετυχαίνει επίσης κάτι που πολλές ταινίες του είδους ξεχνούν στην προσπάθειά τους να φτάσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται στο επόμενο adrenaline boost. Αφήνει χώρο στο συναίσθημα. Δεν αντιμετωπίζει τις προσωπικές στιγμές σαν το υποχρεωτικό διάλειμμα μέχρι να αρχίσουν ξανά να χτυπάνε ο ένας τον άλλον. Εδώ το συναίσθημα είναι η ιστορία και η δράση έρχεται για να την υπηρετήσει. Και αυτό ταιριάζει απόλυτα σε έναν χαρακτήρα του οποίου ολόκληρη σχεδόν η μυθολογία περιστρέφεται γύρω από τρεις έννοιες: απώλεια, ενοχή και ευθύνη.
Άλλωστε, το μεγάλο βάρος του Spider-Man δεν ήταν ποτέ ότι μπορεί να σκαρφαλώνει στους τοίχους. Ήταν ότι ξέρει πως, όταν έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει κάποιον, πρέπει να ζήσει και με τις συνέπειες της επιλογής του, είτε βοηθήσει είτε όχι.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι το Brand New Day ξέχασε πως πρέπει να είναι και fun ή superhero. Κάθε άλλο. Υπάρχει η απαραίτητη ενέργεια, το χιούμορ, το θέαμα και εκείνη η αίσθηση που θέλεις από μια Spider-Man ταινία. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι όλα αυτά δεν «καταπίνουν» τον χαρακτήρα. Γιατί υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος με έναν superhero τόσο iconic: κάποια στιγμή η στολή γίνεται πιο σημαντική από αυτόν που τη φοράει. Το Brand New Day κάνει το αντίθετο. Βγάζει νοητά τη μάσκα και μας θυμίζει γιατί μας ένοιαξε εξαρχής αυτός ο τύπος.
Είναι πάντα επικίνδυνο να χρησιμοποιείς τη λέξη «καλύτερη» σε ένα franchise που περιλαμβάνει διαφορετικές γενιές και διαφορετικούς Spider-Man. Το Spider-Man 2 του Sam Raimi παραμένει σημείο αναφοράς. Οι animated Spider-Verse ταινίες άλλαξαν ουσιαστικά το τι μπορεί να κάνει αισθητικά και αφηγηματικά μια superhero movie. Και κάθε κινηματογραφική εκδοχή του χαρακτήρα έχει τη δική της ταυτότητα.
Αλλά το Brand New Day κάνει κάτι που βρίσκεται στην καρδιά του Spider-Man. Σε κάνει να νοιάζεσαι περισσότερο για τον άνθρωπο παρά για τις δυνάμεις του. Όταν τελειώνει, αυτό που μένει δεν είναι κάποιος villain, κάποιο easter egg ή ένα epic fight. Είναι ο Peter και αυτό ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορείς να κάνεις σε μια Spider-Man ταινία. Οπότε, ναι, μπορούμε να δηλώσουμε πως τουλάχιστον όσον αφορά στο MCU / Tom Holland πρόκειται για την καλύτερη ταινία Spider-Man και σίγουρα για μία από τις καλύτερες υπερηρωικές ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.