Αν ένα πράγμα έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε το τελευταίο διάστημα, τότε αυτό είναι οι κριτικές για την Οδύσσεια. Ακολούθησε ο Christophen Nolan πιστά την Οδύσσεια του Ομήρου; Πόσους από τους 12.110 στίχους παρέλειψε. Έπρεπε ή δεν έπρεπε να επιλέξει μαύρη ηθοποιό για την Ωραία Ελένη; Γιατί απέδωσε με αυτόν τον τρόπο τον Πολύφημο και τι κόλλημα έχει φάει τελοσπάντων με το να μην θέλει να χρησιμοποιεί CGI (Computer Generated Imagery) με κίνδυνο τα πρακτικά εφέ να μην μπορούν να αποδώσουν πάντα αυτό που πρέπει;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η Οδύσσεια είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, η ταινία καθιστά σαφές ότι είναι ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα. Δεν σε εντυπωσιάζει μόνο με τις εικόνες της (σ.σ. που πραγματικά τα περισσότερα πλάνα σε αφήνουν να κοιτάς θαυμάζοντας την κάθε λεπτομέρεια), αλλά κυρίως με τον τρόπο που τις χρησιμοποιεί για να σε βάλει μέσα στο ταξίδι. Νιώθεις τη θάλασσα, τον άνεμο, την απομόνωση, την αγωνία της επιστροφής. Δεν παρακολουθείς απλώς τον Οδυσσέα. Ταξιδεύεις μαζί του, νιώθεις τον χρόνο -αιώνια αγάπη του Nolan- να περνάει και μαζί με αυτόν τις επιπτώσεις του σε κάθε συμμετέχοντα της ιστορίας.
Ο Nolan έχει αποδείξει πολλές φορές ότι ξέρει να μετατρέπει το μεγάλο θέαμα σε κάτι προσωπικό. Το έκανε στο Dunkirk, το έκανε στο Interstellar, το έκανε στο Oppenheimer. Εδώ μοιάζει σαν να συνδυάζει όλα όσα έμαθε από αυτές τις ταινίες σε μία δημιουργία που έχει επικό μέγεθος, αλλά δεν χάνει ποτέ τον ανθρώπινο πυρήνα της.

Όταν άρχισαν να γίνονται οι πρώτες αποκαλύψεις σχετικά με την ανάθεση των ρόλων στους συγκεκριμένους ηθοποιούς, η αλήθεια είναι ότι δημιουργήθηκε ένας προβληματισμός, μια δυσπιστία. Ωστόσο, βλέποντας την ταινία, συνειδητοποιείς πως οι περισσότερες ερμηνείες λειτουργούν σαν ένα καλοκουρδισμένο σύνολο και όχι ως μια παρέλαση μεγάλων ονομάτων. Ο Matt Damon (σ.σ. που δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι και ο αγαπημένος μας ηθοποιός γενικά) ως Οδυσσέας κουβαλάει όλη την ταινία στους ώμους του και πραγματικά εδώ καταφέρνει να μας εντυπωσιάσει, δίνοντας περισσότερα ερμηνευτικά απ’ όσα μας έχει συνηθίσει μέχρι σήμερα. Η Anne Hathaway δίνει στην Πηνελόπη μια ήρεμη αλλά αδιαπραγμάτευτη δύναμη, μακριά από την εικόνα της συζύγου που απλώς περιμένει. Ο Tom Holland εκμεταλλευεται την ευκαιρία να μας δείξει ότι δεν είναι μόνο ο Spider-Man, χτίζοντας έναν Τηλέμαχο που ωριμάζει μπροστά στα μάτια μας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι κανείς δεν παίζει για να ξεχωρίσει. Όλοι υπηρετούν το όραμα του Nolan, κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος μιας τόσο εντυπωσιακής ensemble διανομής.
Τρία ερωτηματικά θα βάζαμε στο θέμα του cast: α) O Robbert Pattinson που είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός γενικά, δεν είναι ότι μας έδειξε κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. β) Δεν καταλαβαίνουμε πολύ την επιλογή του Travis Scott, αλλά τελοσπάντων για αυτό που είχε να κάνει ήταν ok. γ) Ο Elliott Page δεν ήταν στα καλύτερά του υποκριτικά για τον ρόλο του.
Η Οδύσσεια είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην ιστορία που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου με τις νέας γενιάς κάμερες IMAX. Και αυτό δεν είναι ένα τεχνικό trivia για τους κινηματογραφόφιλους. Είναι κάτι που επηρεάζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο βιώνεις την ταινία.
Ωστόσο, η σχέση του Nolan με την IMAX πάει αρκετά πίσω. Όταν ήταν μόλις 16 ετών, επισκέφτηκε το Museum of Science and Industry στο Σικάγο για να δει ένα ντοκιμαντέρ σε Omnimax/IMAX. Τότε ήταν που του έγινε το πρώτο «Inception» ότι αυτή η μορφή, με αυτή την αποτύπωση και αυτή την ευκρίνεια, πρέπει να φτάσει στις χολιγουντιανές ταινίες.
Nolan είναι, οπότε και το έκανε. Η πρώτη φορά που άρχισε να ενσωματώνει κάποιες σκηνές δράσης γυρισμένες σε IMAX ήταν στο The Dark Knight (2008). Από εκεί και πέρα, άρχισε να αυξάνει τη χρήση τους με κάθε ταινία -The Dark Knight Rises (2012), Interstellar (2014), Dunkirk (2017), Oppenheimer (2023)- φτάνοντας στο milestone της Οδύσσειας που έγινε η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους που γυρίστηκε 100% σε κάμερες IMAX 70mm. Και τον ευχαριστούμε για αυτό.

Ο Christopher Nolan εξακολουθεί να αντιστέκεται στη λογική του υπερβολικού CGI, όχι επειδή είναι αντίθετος στην τεχνολογία, αλλά επειδή πιστεύει ότι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αίσθηση του πραγματικού. Προτιμά να χτίζει σκηνικά, να γυρίζει σε φυσικές τοποθεσίες και να χρησιμοποιεί πρακτικά εφέ όπου αυτό είναι εφικτό, ώστε οι ηθοποιοί να αλληλεπιδρούν με έναν υπαρκτό κόσμο και όχι με μια πράσινη οθόνη. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς πιο εντυπωσιακό αισθητικά, αλλά και πιο «χειροπιαστό». Όπως στην περίπτωση του Πολύφημου που κατασκεύασε μια γιγαντιαία μηχανική μαριονέτα ύψους περίπου 60 ποδιών (18 μέτρων), ώστε οι ηθοποιοί να έχουν απέναντί τους έναν πραγματικό όγκο και να αντιδρούν σε κάτι που υπήρχε στο πλατό και όχι σε μια πράσινη οθόνη. Η εικόνα έχει «βάρος», οι χώροι έχουν όγκο και ο θεατής νιώθει ότι βρίσκεται μέσα στην ιστορία, αντί να παρακολουθεί έναν ψηφιακό κόσμο που δημιουργήθηκε στον υπολογιστή. Ίσως γι' αυτό, ακόμη και στην εποχή των ατελείωτων CGI blockbusters, οι ταινίες του Nolan εξακολουθούν να έχουν μια σπάνια κινηματογραφική υφή που δύσκολα αντιγράφεται.
Και τώρα φτάνουμε στο μεγαλύτερο debate που έχει δημιουργήσει η ταινία: τη σχέση της ταινίας με το αρχικό έργο του Ομήρου. Ναι, ο Nolan έκανε αρκετές αλλαγές από το εμβληματικό έργο του αρχαίου Έλληνα ποιητή. Πολλά σημεία τα τροποποίησε, άλλα τα παρέλειψε -το δεύτερο αρκετά λογικό, γιατί τι να πρωτοχωρέσει μέσα σε μία ταινία από ένα τόσο μεγάλο έργο. Οπότε μάλλον διάλεξε τις μάχες του (μεταφορικά και κυριολεκτικά)-. Η Καλυψώ στην ταινία δεν προσφέρει αθανασία στον Οδυσσέα την οποία εκείνος απορρίπτει για να επιστρέψει στην Πηνελόπη, δεν υπάρχει το λογοπαίγνιο με το «Κανένας» στον Πολύφημο, η Ωραία Ελένη και η Κλυταιμνήστρα στον Όμηρο είναι αδερφές αλλά όχι δίδυμες και ακόμα και ο λωτός κανονικά δεν θα έπρεπε να είναι το λουλούδι white lotus, αλλά το φρούτο.
Η λίστα με τις αλλαγές, ναι, είναι μεγάλη, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο Nolan ποτέ δεν θέλησε να αντιγράψει την Οδύσσεια και να μας μεταφέρει μία πιστή μεταφορά. Η Οδύσσεια του Ομήρου ήταν για εκείνον περισσότερο έμπνευση, ώστε από εκεί και πέρα να δημιουργήσει κάτι δικό του, προσαρμοσμένο στην καλλιτεχνική του δημιουργικότητα και φυσικά στο 2026. Κατά συνέπεια, το να τον κρίνουμε και να τον καταδικάζουμε για κάτι που ποτέ δεν προμήνυσε να κάνει μάλλον καταλήγει να αδικεί το τελικό κινηματογραφικό δημιούργημα που εκτελεστικά είναι τόσο ολοκληρωμένο και καθηλωτικό που θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης για το μέλλον του κινηματογράφου.