Τα τελευταία χρόνια η κετογονική διατροφή έχει εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες τάσεις στον κόσμο. Άλλοι τη θεωρούν το απόλυτο "hack" για γρήγορη απώλεια βάρους, άλλοι πάλι, ορκίζονται ότι τους χάρισε περισσότερη ενέργεια και καλύτερη συγκέντρωση, ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που τη χαρακτηρίζουν υπερβολική.
Η αλήθεια, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στη διατροφή, βρίσκεται κάπου στη μέση.
Η κετογονική διατροφή (ή keto diet) δεν είναι κάτι καινούργιο, καθώς πρόκειται για ένα διατροφικό πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται εδώ και περίπου έναν αιώνα στην ιατρική, κυρίως για τη διαχείριση συγκεκριμένων μορφών επιληψίας.
Σήμερα, όμως, έγινε ιδιαίτερα γνωστή χάρη στη σύνδεσή της με την απώλεια βάρους και τη βελτίωση της σύστασης σώματος.

Η φιλοσοφία είναι απλή, καθώς στόχος είναι να περιορίσεις σημαντικά τους υδατάνθρακες και να αυξήσεις την πρόσληψη καλών λιπαρών, ενώ διατηρείς την πρωτεΐνη σε μέτρια επίπεδα.
Ο λόγος είναι πως όταν το σώμα δεν βρίσκει αρκετή γλυκόζη από τους υδατάνθρακες, αναγκάζεται να αναζητήσει μια διαφορετική πηγή ενέργειας, αξιοποιώντας έτσι το αποθηκευμένο λίπος, μετατρέποντάς το σε ουσίες που ονομάζονται κετόνες.
Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως κέτωση και ουσιαστικά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός παράγει ενέργεια. Αντί να "καίει" κυρίως υδατάνθρακες, χρησιμοποιεί λίπος ως βασικό καύσιμο.
Οι κετόνες παράγονται στο ήπαρ όταν το σώμα χρησιμοποιεί λίπος για ενέργεια και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί ο εγκέφαλος δεν μπορεί να αξιοποιήσει απευθείας τα λιπαρά οξέα. Οι κετόνες λειτουργούν ως μια εναλλακτική μορφή καυσίμου, καλύπτοντας μεγάλο μέρος των ενεργειακών του αναγκών όταν οι υδατάνθρακες είναι περιορισμένοι.
Πρόκειται, δηλαδή, για τον μηχανισμό που επιτρέπει στον οργανισμό να συνεχίσει να λειτουργεί φυσιολογικά ακόμη και όταν οι υδατάνθρακες βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Ο λόγος που η κετογονική δίαιτα έχει αποκτήσει τόσο μεγάλο κοινό είναι ότι αρκετές επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ορισμένα πιθανά οφέλη. Το πιο γνωστό αφορά την απώλεια βάρους με πολλούς ανθρώπους να βλέπουν ταχύτερη μείωση των κιλών, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες εφαρμογής, ενώ αρκετοί αναφέρουν και μικρότερο αίσθημα πείνας, γεγονός που τους βοηθά να καταναλώνουν λιγότερες θερμίδες χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
Παράλληλα, η μείωση των υδατανθράκων οδηγεί συνήθως σε χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης, κάτι που μπορεί να ωφελήσει άτομα με προβλήματα μεταβολισμού ή αντίστασης στην ινσουλίνη, πάντοτε όμως με την καθοδήγηση επαγγελματία υγείας.
Η απάντηση είναι "ναι", αλλά όχι για όλους, καθώς ορισμένοι αθλητές αντοχής επιλέγουν την κετογονική διατροφή ώστε να βελτιώσουν τη χρήση του λίπους ως καύσιμο κατά τη διάρκεια πολύωρης άσκησης.
Από την άλλη πλευρά, σε αθλήματα που απαιτούν εκρηκτικότητα, υψηλή ένταση ή μεγάλες ποσότητες γλυκογόνου, όπως το ποδόσφαιρο, το CrossFit ή η προπόνηση δύναμης, η πολύ χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων έχει αντίθετα εντελώς αποτελέσματα.

Η καθημερινότητα στην κετογονική διατροφή βασίζεται κυρίως σε τρόφιμα πλούσια σε καλά λιπαρά και ποιοτική πρωτεΐνη, καθώς στο μενού συναντάμε κρέας, ψάρια, αυγά, θαλασσινά, αβοκάντο, ελαιόλαδο, ελιές, ξηρούς καρπούς, βούτυρο, πλήρη γαλακτοκομικά, καθώς και λαχανικά με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, όπως μπρόκολο, κολοκύθι, αγγούρι, σπανάκι και κουνουπίδι.
Αντίθετα, περιορίζονται σημαντικά τρόφιμα όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά, το ρύζι, οι πατάτες, τα περισσότερα δημητριακά, τα γλυκά και τα αναψυκτικά με ζάχαρη.
Η κετογονική διατροφή, μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο για συγκεκριμένους ανθρώπους και στόχους, όμως δεν είναι η μοναδική λύση, ούτε και η καλύτερη επιλογή για κάθε οργανισμό.
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να μπορείς να ακολουθήσεις ένα διατροφικό πλάνο με συνέπεια, να καλύπτει τις ανάγκες σου και να υποστηρίζει την υγεία σου μακροπρόθεσμα. Για τον λόγο αυτό, πριν ξεκινήσεις οποιαδήποτε τόσο περιοριστική διατροφή, είναι πάντα καλή ιδέα να συμβουλευτείς έναν διαιτολόγο ή γιατρό, ώστε να διαπιστώσεις αν πραγματικά σου ταιριάζει.