Και υπάρχουν κι εκείνες στις οποίες επιστρέφεις γιατί κάθε φορά έχουν κάτι διαφορετικό να σου πουν. Μια τέτοια ταινία είναι το Interstellar, που δώδεκα χρόνια μετά την πρεμιέρα του εξακολουθεί να μας κάνει να θέλουμε να επιστρέψουμε σε αυτό.
Η απόδειξη ήρθε πριν από λίγες ημέρες, όταν το Interstellar ξαναπροβλήθηκε στα σινεμά της Αθήνας και, μετά το πρώτο sold out, χρειάστηκε να προστεθεί ακόμη μία ημερομηνία. Τι είναι όμως αυτό που κάνει μια ταινία του 2014 να εξακολουθεί να γεμίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες, τη στιγμή που μπορούμε να τη δούμε ανά πάσα στιγμή από τον καναπέ μας; Και γιατί, όσες φορές κι αν έχουμε ταξιδέψει μαζί της στο διάστημα, θέλουμε πάντα να επιστρέφουμε;
Η επιστροφή του Interstellar στον κινηματογράφο δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Η ταινία επέστρεψε διεθνώς στις αίθουσες με αφορμή τα δέκα χρόνια από την κυκλοφορία της. Όπως είχε αναφέρει ο Christopher Nolan, νεότεροι θεατές την είχαν γνωρίσει μέσα από τις τηλεοράσεις τους και ήθελαν να τη ζήσουν στη μεγάλη οθόνη. Άλλωστε, το Interstellar σχεδιάστηκε για τον κινηματογράφο.
Μπορεί σήμερα το Interstellar να θεωρείται κλασικό, όμως όταν κυκλοφόρησε δεν αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως αριστούργημα. Απέσπασε πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ, όλες σε τεχνικές κατηγορίες, ενώ αρκετοί κριτικοί θεώρησαν υπερβολικό τον συναισθηματισμό του. Με τα χρόνια, ωστόσο, η συναισθηματική πλευρά της ταινίας, με την αγάπη και την οικογένεια στον πυρήνα της, εξελίχθηκε σε ένα από τα στοιχεία που την έκαναν να ξεχωρίσει.

Ένας λόγος για να ξαναδεί κανείς το Interstellar είναι η νέα ταινία του Nolan, «Η Οδύσσεια». Και αν υπάρχει η κατάλληλη στιγμή για μια επιστροφή στις προηγούμενες ταινίες του, είναι τώρα. Στο εξωτερικό, το BFI IMAX στο Λονδίνο διοργάνωσε αναδρομικό πρόγραμμα με τις ταινίες του Nolan σε φιλμ, με το Interstellar να έχει τη δική του θέση σε αυτό.
Σε μια ταινία μπορεί να επιστρέφουμε για το feeling, τους πρωταγωνιστές ή τα εφέ, αλλά και για τη μουσική της - ειδικά όταν μιλάμε για τον Hans Zimmer. Στο Interstellar, το soundtrack δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδεία, αλλά ως κομμάτι της εμπειρίας. Η μουσική του Zimmer, που γεννήθηκε με αφετηρία τη σχέση πατέρα-παιδιού, μέσα από τα ηχεία της κινηματογραφικής αίθουσας αποκτά άλλη δύναμη και βυθίζει τον θεατή στη συναισθηματική ιστορία, κάνοντας το Interstellar να μοιάζει περισσότερο με προσωπικό δράμα παρά με συμβατικό sci-fi.
Το ενδιαφέρον μιας νέας θέασης του Interstellar βρίσκεται και στην επιστημονική του ακρίβεια. Είναι μια πλευρά που εύκολα περνά σε δεύτερη μοίρα την πρώτη φορά, όμως είναι εντυπωσιακό πόσο σοβαρά αντιμετώπισε ο Christopher Nolan την επιστήμη, με τη συμβολή του θεωρητικού φυσικού Kip Thorne. Οι θεωρίες της ταινίας αναλύθηκαν εκτενώς μετά την κυκλοφορία της, ενώ μεγάλο μέρος της επιστημονικής της βάσης, όπως οι μαύρες τρύπες και η διαστολή του χρόνου, βασίζεται σε πραγματικές επιστημονικές έννοιες.
Κάθε νέα θέαση του Interstellar μπορεί να αποκαλύψει ένα διαφορετικό επίπεδο της ταινίας, ειδικά όσο μεγαλώνεις μαζί της. Την πρώτη φορά μπορεί να εντυπωσιάζουν περισσότερο το διάστημα, οι πλανήτες, το wormhole και η Gargantua. Στη δεύτερη ή την τρίτη αρχίζουν να ξεχωρίζουν τα μικρά στοιχεία που προετοιμάζουν την αποκάλυψη και γίνεται πιο εύκολο να κατανοήσεις το παιχνίδι της ταινίας με τον χρόνο.
Αργότερα, το ενδιαφέρον μπορεί να μεταφερθεί στην καρδιά της ιστορίας, στον Cooper και τη Murph και στον χρόνο που χάνεται μεταξύ τους. Και κάπου εκεί, κάτι φαινομενικά επιστημονικό μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο ανθρώπινο: στον φόβο ότι η ζωή των ανθρώπων που αγαπάς προχωρά χωρίς εσένα. Γιατί μπορεί να ταξιδέψεις μέχρι την άλλη άκρη του σύμπαντος και αυτό που τελικά να σε απασχολεί περισσότερο να είναι αν θα προλάβεις να γυρίσεις σπίτι.
🎬 Δες το τρέιλερ εδώ