Οι Fontaines D.C. επιστρέφουν με το «Dopamine Chamber», ένα άλμπουμ που εξερευνά την ανάγκη για απόδραση, τον έρωτα και την απώλεια μέσα από έναν σκοτεινό, σχεδόν κινηματογραφικό ήχο

Το «Dopamine Chamber», το πέμπτο άλμπουμ των Fontaines D.C., κυκλοφόρησε και, με το ιρλανδικό συγκρότημα να συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στα σημαντικότερα της γενιάς του, οι προσδοκίες για τα 11 νέα τραγούδια ήταν ήδη υψηλές. Και πράγματι, οι Fontaines D.C. φαίνεται πως ανταποκρίνονται σε αυτές. Στο «Dopamine Chamber» μάς ανοίγουν, μέσα από μόλις 11 κομμάτια, έναν ολόκληρο κόσμο γεμάτο ντοπαμίνη, που άλλοτε θυμίζει έναν θάλαμο μέσα στον οποίο απλώς προσπαθείς να σκοτώσεις τον πόνο και άλλοτε σε μεταφέρει σε μια όμορφη ανατολή του ήλιου στο Παλέρμο της Σικελίας, εκεί όπου ηχογραφήθηκαν τα φωνητικά του Grian Chatten, με τα μικρόφωνα να καταγράφουν ακόμη και τις φωνές των παιδιών που εκείνη την ώρα έπαιζαν ποδόσφαιρο έξω από τον καθεδρικό ναό της πόλης.

Η ανάγκη για απόδραση πίσω από το «Dopamine Chamber»

Το «Dopamine Chamber», σύμφωνα με τον μπασίστα Conor Deegan, προέκυψε, τουλάχιστον εν μέρει, από ένα ερώτημα: «Πού μπορείς να δραπετεύσεις;». Η κοινωνική και περιβαλλοντική κατάρρευση, ένας ψηφιακός κόσμος που αποκόπτεται ολοένα περισσότερο από την πραγματικότητα, η εξάντληση από τη συνεχή έκθεση στον τρόμο και η ανάγκη για επιβεβαίωση και γρήγορη ευχαρίστηση αποτελούν την αφετηρία των προβληματισμών του δίσκου.

Όλα αυτά οδήγησαν τον Chatten να ταξιδέψει σε μέρη με «ξεθωριασμένο μεγαλείο», στη Βενετία, τη Βιέννη και τη Σικελία, επιστρέφοντας με μια αίσθηση «καταστροφικής προειδοποίησης». Το άλμπουμ, όμως, δεν είναι μια οργισμένη καταγγελία της τεχνολογίας ούτε αποπνέει μια θλιβερή αίσθηση αδυναμίας. Είναι περισσότερο μια μουσική απάντηση στο ερώτημα «Πού μπορείς να δραπετεύσεις;», μέσα από ήχους που σε μεταφέρουν σε μια διαφορετική πραγματικότητα.

Ο νέος ήχος των Fontaines D.C. και η συνεργασία με τη Rosalía

Ο ήχος του νέου άλμπουμ των Fontaines D.C. είναι πιο σκοτεινός και φουτουριστικός από εκείνον των προηγούμενων δίσκων τους, κάτι που πολλοί εξέλαβαν ως στροφή από το παραδοσιακό κιθαριστικό post-punk ύφος του παρελθόντος προς έναν πιο ψυχρό ήχο, με έντονη παρουσία των synthesizers. Στην πραγματικότητα, όμως, αν και ο ήχος αγγίζει τα όρια του stadium rock, μπλέκει πολλά διαφορετικά μουσικά είδη. Κομμάτια όπως το «Tongue» φέρνουν στο μυαλό τον industrial trip-hop παλμό των Massive Attack, ενώ στο εντυπωσιακό ντουέτο «Where Is Gone?» με τη Rosalía, ο ήχος αποκτά μια σκοτεινή, κινηματογραφική μεγαλοπρέπεια που σε πολλούς θύμισε τον Ennio Morricone ή τον Nick Cave.

Η συνεργασία με τη Rosalía προκάλεσε έκπληξη και ανάμεικτες αντιδράσεις. Μετά την κυκλοφορία του κομματιού, όμως, έγινε σαφές ότι οι Fontaines δεν την επέλεξαν για να δημιουργήσουν ακόμη μία viral pop επιτυχία που θα ανέβαζε το άλμπουμ στα charts, αλλά μια ερωτική μπαλάντα που καταλήγει στην απρόσμενη για πολλούς διαπίστωση ότι «δεν είναι κακό να πεις άφησέ το, άσ' το να πεθάνει».

Ο έρωτας, η απώλεια και η υπνωτική φωνή του Grian Chatten

Δεν λείπουν, φυσικά, και οι ιστορίες αγάπης, όπως εκείνες των «Happy For You» και «Japan», που στην περίπτωση των Fontaines D.C. έχουν μια γερή δόση πραγματικότητας και τελικά μοιάζουν περισσότερο με ιστορίες απώλειας και περίπλοκων σχέσεων, θυμίζοντας τα σύγχρονα situationships που όλοι λίγο πολύ αναγνωρίζουμε.

Η φωνή του Grian Chatten ντύνει ολόκληρο το άλμπουμ με μια υπνωτική, σχεδόν απόκοσμη αλλά ταυτόχρονα γοητευτική ατμόσφαιρα. Ακούγεται συχνά έντονα αλλοιωμένη, βαθιά, με εκτεταμένη χρήση reverb και echo, δίνοντάς μας την εντύπωση ότι μας μιλά μέσα από αυτόν τον κινηματογραφικό κόσμο που το συγκρότημα έχει δημιουργήσει με τόση παραστατικότητα και προσοχή στη λεπτομέρεια. Έναν κόσμο μέσα από τον οποίο, με τους στίχους του, μας καλεί να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε.