Μετά από αρκετές κινηματογραφικές απογοητεύσεις, η DC βρίσκει επιτέλους τον δρόμο της μέσα από μια ιστορία που δεν φοβήθηκε να γίνει σκοτεινή, ανατριχιαστική και, κυρίως, άβολη.
Το κινηματογραφικό Clayface άφησε στην άκρη τη συνταγή του κλασικού superhero movie, επέλεξε τον δρόμο του τρόμου, αποδεικνύοντας ότι οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες κόμικς δεν χρειάζονται πάντα έναν ήρωα που θέλουμε να χειροκροτήσουμε.
Οι κινηματογραφικές μεταφορές κόμικς έχουν αποδείξει ότι ακόμη και οι πιο επικίνδυνοι villains μπορούν να αποκτήσουν το δικό τους origin story και να κερδίσουν τη συμπάθεια του κοινού, όπως έκανε η Marvel με τον Venom, αλλά και η DC με τον Joker.
Μόνο που το Clayface ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική διαδρομή.
Ο Matt Hagen, τον οποίο υποδύεται ο Tom Rhys Harries, είναι ένας ηθοποιός που βλέπει την καριέρα του να απογειώνεται, μέχρι τη στιγμή που μια τραυματική επίθεση καταστρέφει το πρόσωπό του.
Για έναν άνθρωπο που έχει επενδύσει την επαγγελματική και προσωπική του ταυτότητα στην εικόνα του, η απώλεια αυτή δεν είναι απλώς ένα πλήγμα στην καριέρα του, αλλά μια υπαρξιακή κρίση.
Η απόφασή του να δοκιμάσει μια πειραματική θεραπεία μοιάζει αρχικά με μια απέλπιδα προσπάθεια να πάρει πίσω τη ζωή του. Σύντομα, όμως, μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο σκοτεινό.
Ο Hagen είναι μια τραγική φιγούρα που σταδιακά μετατρέπεται σε κάτι τρομακτικό. Μπορείς να καταλάβεις τον πόνο του, χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσεις όσα κάνει. Και αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες επιλογές της ταινίας, καθώς δεν προσπαθεί στιγμή να σου επιβάλει τη συμπάθειά σου.
Η ταινία επιλέγει το body horror και χρησιμοποιεί τη μεταμόρφωση του Matt για να δημιουργήσει εικόνες που μπορούν πραγματικά να σε ανατριχιάσουν.
Η σάρκα παύει να είναι κάτι δεδομένο, το πρόσωπο χάνει τη γνώριμη μορφή του και το ανθρώπινο σώμα γίνεται το πεδίο μιας εφιαλτικής αλλαγής.
Το άβολο στοιχείο δεν βρίσκεται μόνο στο αίμα ή στις παραμορφώσεις, αλλά στην ίδια την ιδέα ότι κάτι τόσο οικείο όσο το σώμα μας μπορεί να πάψει να υπακούει στους κανόνες που θεωρούμε αυτονόητους.
Είναι από εκείνες τις κινηματογραφικές εμπειρίες που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν ήταν καλή ιδέα να πάρεις ποπ κορν.
Η σωματική παραμόρφωση καθρεφτίζει την ψυχολογική κατάρρευση του Hagen, καθώς όσο αλλάζει η εξωτερική του εμφάνιση, τόσο διαλύεται η εικόνα που έχει για τον εαυτό του.
Το τέρας, δηλαδή ο Clayface, γεννιέται μέσα από την απώλεια, την απελπισία και την ανάγκη να διορθώσει κάτι που ίσως δεν μπορούσε ποτέ να διορθωθεί.
🎬 Δείτε το τρέιλερ εδώ:
Η ταινία πετυχαίνει κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο για μια ταινία βασισμένη σε κόμικς: να θυμίσει στους φαν της DC ότι υπάρχει ακόμα χώρος για χαρακτήρες που δεν θέλουμε απαραίτητα να συμπαθήσουμε και για τέρατα που δεν δημιουργήθηκαν με σκοπό να γίνουν οι επόμενοι αγαπημένοι μας πρωταγωνιστές.
Η ταινία δεν προσπαθεί να μετατρέψει τον Clayface σε έναν ακόμη anti-hero τύπου Venom, ούτε να εξωραΐσει τη σκοτεινή του πλευρά για να γίνει πιο εμπορικός.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μιλάμε για την καλύτερη ταινία κόμικς όλων των εποχών, αλλά ότι το DCU τολμά να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, δίνοντας χώρο σε μια ιστορία που λειτουργεί τόσο ως horror όσο και ως τραγωδία.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η διαφορετική προοπτική που μπορεί να προσφέρει η DC. Ότι μπορεί να δημιουργήσει ένα καλό πρότζεκτ όχι μόνο μέσα από τους εμβληματικούς ήρωές της, αλλά και μέσα από τους εφιάλτες που κατοικούν στην απέναντι πλευρά.
Και αν βγαίνοντας από την αίθουσα έχεις την αίσθηση ότι είδες επιτέλους μια ταινία της DC με ξεκάθαρη ταυτότητα, τότε το Clayface έχει ήδη πετύχει κάτι σημαντικό.
🎥 Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες στις 22 Οκτωβρίου, από την Tanweer.