Από τα εφηβικά DJ sets και τα house classics των ’90s μέχρι τα Νο.1 hits και τους Duck Sauce, ο Armand Van Helden έχει μια καριέρα που αξίζει να ακούσεις κομμάτι-κομμάτι.

Υπάρχουν DJs που έχουν image, που τους πετυχαίνεις στα reels και σε μαγνητίζουν με το vibe και το coolness τους. Υπάρχουν, όμως, και DJs που κουβαλούν μια ολόκληρη ιστορία, γραμμένη μέσα από τα κομμάτια τους. Τη μουσική τους τη γνωρίζεις πριν ακόμη μάθεις την ιστορία τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Armand Van Helden.

Πριν από την πολυαναμενόμενη εμφάνισή του στο ZAMNA x PRIMER το διήμερο 4 και 5 Σεπτεμβρίου 2026 στο ΟΑΚΑ, κάνουμε μια αναδρομή στη ζωή και την καριέρα του μέσα από χαρακτηριστικά κομμάτια του, που αποτέλεσαν σταθμούς στη δική του πορεία αλλά και στην ιστορία της ηλεκτρονικής μουσικής.

«Witch Doktor» - Εκεί που άρχισαν όλα

Ο Armand Van Helden ξεκίνησε να κάνει DJ στα 13 του. Είχε ένα turntable από τον πατέρα του και αγόρασε ένα δεύτερο και έναν mixer με χρήματα από χαρτζιλίκια και δουλειές όπως το κούρεμα γκαζόν. Στα 13-14 του έπαιζε ήδη στο Valentine’s Day dance του σχολείου του και σταδιακά έγινε ο DJ του σχολείου.

Το 1988, στα 18 του, μετακόμισε στη Βοστώνη για σπουδές και μπήκε στη house. Γύρω στο 1991 δημιούργησε το The Loft, όπου ήταν promoter και DJ, βγάζοντας περίπου 150 δολάρια τη βραδιά. Παράλληλα, είχε δουλειά γραφείου και έφτιαχνε μουσική όταν επέστρεφε σπίτι. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο μέσω δισκογραφικής και πήρε περίπου 1.200 δολάρια.

Το 1993 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Έναν χρόνο αργότερα, το «Witch Doktor» έγινε το πρώτο πραγματικό hit του και μετά από αυτό άρχισε να πιστεύει ότι μπορούσε να κάνει καριέρα στη μουσική. Ακολούθησε το πρώτο του booking στο εξωτερικό.

«Professional Widow» - Το remix που τον καθιέρωσε

Μέχρι τα μέσα των ’90s, ο Van Helden έπαιρνε ήδη σημαντικές προτάσεις για remixes. Όταν προέκυψε το «Professional Widow» της Tori Amos, εκείνη ήθελε μια εκδοχή πραγματικά διαφορετική από την original.

Η πρώτη του αντίδραση ήταν να ρωτήσει πόσα χρήματα θα πάρει: περίπου 10.000 δολάρια. Ο ίδιος και ο manager του είχαν επιβάλει μάλιστα τον όρο «No recall», σύμφωνα με τον οποίο όποιο remix παρέδιδε, η εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να το κυκλοφορήσει.

Ο ίδιος λέει ότι δεν ήταν ποτέ από τους producers που καταλάβαιναν αμέσως ότι είχαν φτιάξει hit: «Δεν ξέρω καν τι κάνω». Σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιούσε επαγγελματικό studio και δεν ξέρει να παίζει πιάνο. Τα remixes αυτής της περιόδου, όμως, τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους producers της house.

«You Don’t Know Me» - Στην κορυφή στα 28

Ο Van Helden είχε στραφεί στο hip-hop με το Sampleslaya, μια κίνηση που πολλοί γύρω του θεωρούσαν λάθος. Στη συνέχεια ήρθε το 2Future4U και το «You Don't Know Me», με τον Duane Harden, που έφτασε στο Νο 1 του Ηνωμένου Βασιλείου.

Μέχρι τότε ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστικός και προσπαθούσε να διασφαλίσει ότι η καριέρα του δεν θα ήταν προσωρινή. Μετά το Νο 1 αισθάνθηκε ότι μπορούσε επιτέλους να χαλαρώσει. Ήταν μόλις 28 ετών όταν άρχισε να κατεβάζει ρυθμούς.

«Bonkers» - Πίσω στις hip-hop ρίζες

Λένε «trust the process» και ο Van Helden μοιάζει να το επιβεβαιώνει. Χρόνια μετά το hip-hop για το οποίο είχε δεχτεί αρνητική κριτική, συνεργάστηκε με τον Dizzee Rascal στο «Bonkers», που κυκλοφόρησε το 2009 και έφτασε στο Νο 1 του Ηνωμένου Βασιλείου.

Το hip-hop δεν ήταν ποτέ κάτι ξένο για εκείνον, αφού έπαιζε ήδη από τα εφηβικά του χρόνια. Η επιτυχία του «Bonkers» δεν περιορίστηκε στα charts, αφού το κομμάτι ακούστηκε στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου το 2012.

«Barbra Streisand» - Η εποχή των Duck Sauce

Καθοριστική για την πορεία του Van Helden ήταν η γνωριμία του με τον A-Trak το 2008. Το πρώτο τραγούδι των Duck Sauce ήρθε το 2009 με το «aNYway», αλλά η τεράστια επιτυχία ήρθε με το «Barbra Streisand».

Το κομμάτι βασίστηκε σε sample των Boney M και έφτασε στο Νο 1 σε αρκετές χώρες. Το music video έγινε viral, με εμφανίσεις από Pharrell Williams, Kanye West, André 3000 και άλλους μουσικούς. Ακολούθησε η υποψηφιότητα για Grammy στην κατηγορία Best Dance Recording.

Μέσα από αυτό και άλλα κομμάτια, ο Van Helden έδειξε στην πράξη αυτό που πάντα πίστευε: ότι η μουσική λειτουργεί ως γέφυρα διαφορετικών κόσμων.